Πολλά χρόνια αργότερα, περνούσα μπροστά από το Αιγινήτειο Νοσοκομείο τής Αθήνας, ένα πολύ γνωστό ψυχιατρικό νοοκομείο. Αναρωτήθηκα τι να σημαίνει το όνομα τού νοσοκομείου, και υπέθεσα πως θα ήταν το όνομα του δωρητή που συνεισέφερε στην οικοδόμηση του νοσοκομείου, όπως συμβαίνει με τόσα και τόσα δημόσια κτίρια στην πρωτεύουσα. Με έκπληξη ανακάλυψα πως το νοσοκομείο πήρε το όνομά του από τον Παύλο τον Αιγινήτη, ιατρό τού 7ου αιώνα και συγγραφέα των «Ιατρικών Επιτομών», μιας επτάτομης ιατρικής εγκυκλοπαίδειας που ήταν το σύγγραμμα αναφοράς για τους ιατρούς των επόμενων τριών αιώνων. Άρα, ανάμεσα στον Ιπποκράτη και τον Αβικέννα, δεν υπήρχε το απόλυτο κενό, όπως νόμιζα.
Η αγάπη μου για τη γλώσσα μας με έκανε να αναζητήσω την καταγωγή λέξεων που χρησιμοποιούμε καθημερινά αλλά δεν γνωρίζουμε την ιστορία τους. Έτσι έμαθα πως λέξεις όπως: ξενών, νοσοκομείο, πτωχοκομείο, λωβοκομείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο, είναι λέξεις που πρωτοεμφανίστηκαν στην ελληνική γλώσσα κατά τη διάρκεια του βυζαντινού Μεσαίωνα για να περιγράψουν ιδρύματα και θεσμούς που δεν υπήρχαν μέχρι τότε στον ελληνικό κόσμο , όπως επίσης και η λέξη «πανδιδακτήριον» που περιέγραφε το πρώτο στην ιστορία τής Ευρώπης πανεπιστήμιο, όπου οι σπουδαστές μάθαιναν με συστηματικό τρόπο για τις επιστήμες. Έμαθα πως τα Ασκληπιεία δεν ήταν νοσοκομεία, αλλά ναοί, ενώ οι στοές δεν ήταν πανεπιστήμια αλλά φιλοσοφικές σχολές.
Πριν πολλά χρόνια, οι γονείς μου και ο αδερφός μου είχαν πάει στη Μονή της Αγίας Αικατερίνας τού Σινά, όπου είχαν την τιμή και την χαρά να αντικρύσουν την αρχαιότερη βιβλιοθήκη τού κόσμου, έναν θησαυρό από σπάνια αρχαία χειρόγραφα στα ελληνικά, αλλά και σε όλες τις αρχαίες γλώσσες της Δυτικής Ασίας και της Αιγύπτου. Μόνο η βιβλιοθήκη τού Βατικανού είναι πλουσιότερη σε αρχαία χειρόγραφα, τα οποία μεταφέρθηκαν εκεί ως κλοπιμαία από την Κωνσταντινούπολη, κατά την Δ’ Σταυροφορία, ενώ η τρίτη σε μέγεθος και σημασία συλλογή αρχαίων χειρογράφων είναι διαμοιρασμένη στις Μονές τού Αγίου Όρους. Φαίνεται πως οι μοναχοί δεν κατέστρεφαν αλλά συντηρούσαν, φαίνεται πως η ανθρωπότητα δεν χρειάστηκε τελικά τις αραβικές μεταφράσεις των αρχαίων κειμένων για να μάθει τι έλεγαν οι αρχαίοι σοφοί.
Δεκατρείς αιώνες πριν τον Σίγκμουντ Φρόιντ, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έγραφε πως η ανθρώπινη ψυχή αποτελείται από τρία τμήματα: το λογιστικό, το επιθυμητικό και το θυμικό, δηλαδή τη λογική, την επιθυμία και το συναίσθημα. Δηλαδή τη συνειδητή επιλογή, την ασυνείδητη παρόρμηση και την ιδιοσυγκρασία που προσπαθεί να ισορροπήσει την προσωπικότητα. Κι εγώ που νόμιζα πως οι επιστήμες και η ψυχολογία εμφανίστηκαν ως εκ θαύματος μετά που ο Διαφωτισμός διέλυσε τον ζόφο θεοκρατικών καθεστώτων όπως το Βυζάντιο!
Η εκ μητρός γιαγιά μου είχε γεννηθεί το 1900 στη Ζήτσιστα της Βορείου Ηπείρου, της σημερινής Αλβανίας δηλαδή, και ήταν δίγλωσση. Μιλούσε ελληνικά και μια διάλεκτο των τοσκικών. Στη Ζήτσιστα της όψιμης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι άνθρωποι είχαν αλβανοφωνήσει, αλλά στην εκκλησία και στο σχολείο ήθελαν να έχουν μόνο ελληνόφωνους ιερείς και δασκάλους, τους οποίους πλήρωναν με λεφτά της κοινότητας. Η Ζήτσιστα δεν απετέλεσε ποτέ τμήμα του ελληνικού κράτους ώστε να μπορεί να πει κανείς ότι ο εξελληνισμός έγινε με τη βία της κρατικής γραφειοκρατίας, όπως τόσο πολύ αγαπούν να λένε κάποιοι κύκλοι. Η ελληνικότητα ήταν μια βαθύτατη συνείδηση ιστορικής και πολιτισμικής καταγωγής. «Δεν θα βρεις περισσότερο Έλληνες από μας», έλεγε η γιαγιά μου, μεταφέροντάς μου μια αύρα οικουμενικού Ελληνισμού που δεν ήταν άλλη από την ανάμνηση τού Βυζαντίου.
Πόσα δεν ξέρουμε για το Βυζάντιο. Πόσα μένει να μάθουμε.
Ο σύγχρονος Ελληνισμός είναι ένας ζωντανός οργανισμός που έχει δύο πνεύμονες, τον Παρθενώνα και την Αγία Σοφία. Αν ο ένας από τους δύο πνεύμονες δεν λειτουργεί καλά, ο οργανισμός μαραζώνει και πεθαίνει. Σήμερα, στον ελληνικό κόσμο, λειτουργεί μόνο ο ένας πνεύμονας, αυτός του Παρθενώνα, κι αυτός λειτουργεί στρεβλά. Καιρός, λοιπόν, να αποκαταστήσουμε τη λειτουργία και του δεύτερου πνεύμονα, να αποκαταστήσουμε την ιστορική συνέχεια του πολιτισμού μας, να διατρανώσουμε πως -όπως λέει και ο φιλόσοφος- είμαστε παιδιά των γονιών μας και όχι των παππούδων μας, όσο κι αν τιμάμε αυτούς τους τελευταίους.
Στέργιος Κ.
4 σχόλια
Αγαπητέ Στέργιο,
Το άρθρο σου είναι εμφανώς σκοπούμενο, εφόσον προσπαθεί να βιάσει μία εικόνα του μεσαιωνικού Βυζαντίου τόσο ως … συνεχιστή της ελληνικής παράδοσης, όσο και ως πρωτοπόρο σε θέματα που άπτονται του κοινωνικού βίου. Ας δούμε όμως τι ισχύει και ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη που θα σε κουράσω.
Πράγματι, ο Παύλος Αιγινήτης υπήρξε σημαντικός ιατρός του 7ου αιώνα μ.χ.χ., πλην όμως κληρονόμησε τις γνώσεις του από τους προϋπάρχοντες Γαληνό, Ορειβάσιο, ενώ ειδικά η φαρμακολογία του 7ου βιβλίου του βασίζεται στον Διοσκουρίδηˑ άπαντες οι προαναφερθέντες έζησαν μεν στους μεταχριστιανικούς αιώνες, ουδείς όμως εκ των τριών υπήρξε χριστιανός. Ο δε Ορειβάσιος υπήρξε μάλιστα ιατρός του αυτοκράτορα Ιουλιανού και συνδέθηκε με την προσπάθειά αποκατάστασης της ελληνορωμαϊκής θρησκείας [βλ. το σχετικό λήμμα του John Scarborough «Paul of Aegina, Physician» στο Oxford Classical Dictionary].
Στην ουσία τώρα: το Αιγινήτειο Νοσοκομέιο πήρε το όνομά του από τον Διονύσιο Αιγινήτη, ιατρό και καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, και συνδέεται με το κληροδότημα του ίδιου. Μπορείς να δεις τη σχετική δημοσίευση του Π.Δ. 423 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με αριθμό φύλλου 154 (11/10/1991).
Έπειτα αναφέρεις ότι η λέξη “ξενών” δεν υπήρξε στην αρχαία ελληνική γλώσσα και εμφανίστηκε κατά του βυζαντινούς χρόνους. Κι όμως, η λέξη απαντάται στην ελληνική γραμματεία, τόσο στον Πλάτωνα όσο και σε άλλους συγγραφείς. Για παράδειγμα στον Τίμαιο (20c), αναφέρεται: «παρὰ Κριτίαν πρὸς τὸν ξενῶνα οὗ καὶ καταλύομεν».
Επίσης, είναι αλήθεια ότι κατά την ύστερη αρχαιότητα και ιδιαίτερα στο Βυζάντιο, με την οργανωτική και οικονομική στήριξη της Εκκλησίας και του κράτους, εμφανίζονται και πολλαπλασιάζονται πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, ξενώνες, νοσοκομεία και γηροκομεία. Αυτό όμως δεν σημαίνει, όπως αφήνεις να υπονοηθεί, ότι δεν υπήρχε κοινωνική πρόνοια στον αρχαίο κόσμο: για τους φτωχούς, τα ορφανά και τους ανήμπορους, τη φροντίδα τους αναλάμβανε κυρίως η οικογένεια, ο οίκος, οι συγγενείς και -σε ορισμένες περιπτώσεις- η ίδια η πόλη με επιτροπεία, δημόσιες παροχές και ειδική μέριμνα, όπως για τα παιδιά των πεσόντων. Επομένως, όπως δεν αρνούμαστε τη βυζαντινή καινοτομία, δεν είναι ιστορικά σωστό ούτε να παρουσιάζουμε τους Έλληνες ως αδιάφορους για την κοινωνική αλληλεγγύη.
Για το Πανδιδακτήριον θεωρώ ότι ο όρος πανεπιστήμιο, τουλάχιστον με την έννοια των μετέπειτα universitates, είναι υπερβολικός: υπήρξε πράγματι το πρώτο ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα, συνδεδεμένο όμως άμεσα με την αυτοκρατορική διοίκηση και τις ανάγκες της, όχι μία αυτοδιοικούμενη κοινότητα διδασκόντων και φοιτητών. Και δεν αφορούσε γενικά τις επιστήμες, αλλά συγκεκριμένες θεματικές κλασικής παιδείας, ρητορικής, φιλοσοφίας και δικαίου.
Όσον αφορά τα Ασκληπιεία, αυτά μπορεί να μην ήταν νοσοκομεία, με τη σύγχρονη έννοια του όρου, ούτε όμως λειτουργούσαν αποκλειστικά ως ιερά. Ήταν θεραπευτήρια ή θεραπευτικά ιερά, όπου συνδυάζονταν θρησκευτικές και θεραπευτικές πράξεις. Για τις στοές, να πω καταρχάς ότι ήταν, γενικά μιλώντας, στεγασμένοι δημόσιοι χώροι. Προφανώς εσύ αναφέρεσαι στους Στωικούς φιλοσόφους που συγκεντρώνονταν σε δημόσιο χώρο, στην Ποικίλη Στοά. Υπήρξαν κι άλλες σχολές όπως ο επικούρειος Κήπος και η πλατωνική Ακαδημία που λειτουργούσαν σε δικό τους χώρο, με ιεραρχική οργάνωση, με μαθήματα και σχολάρχες. Μπορεί να μην ήταν πανεπίστημια, ήταν όμως τα πρώτα κέντρα οργανωμένης ανώτερης μάθησης. Από εκεί θεμελιώθηκε ένα σημαντικό κομμάτι παιδείας που παρέλαβαν μετά από αιώνες οι προσφιλείς σου Βυζαντινοί.
Επιπλέον, πολλοί μοναχοί και Βυζαντινοί λόγιοι πράγματι αντέγραψαν και διέσωσαν ανεκτίμητα αρχαία έργα, αλλά δεν είναι αληθές ότι η χριστιανική ύστερη αρχαιότητα γνώρισε μόνο συντήρηση και ποτέ καταστροφή ή λογοκρισία. Για την ακρίβεια υπήρξαν και τα δύο: και συντήρηση και επιλογή. Ένα σημαντικό μέρος της απώλειας (γιατί κατά εκτίμηση μας διασώθηκε μόλις ένα 5%), δεν προέκυψε από οργανωμένες πυρές βιβλίων ή παπυρικές φθορές, αλλά από το γεγονός ότι όσα έργα έπαψαν να αντιγράφονται απλώς εξαφανίστηκαν.
Ούτε είναι ορθός ο ισχυρισμός ότι δεν χρειαζόμασταν τις αραβικές μεταφράσεις. Υπήρξαν συγγράμματα, όπως του Γαληνού, που χαθήκαν οριστικά στην ελληνική γλώσσα και μας μεταφέρθηκαν μέσω των αραβικών μεταφράσεων. Οπότε είναι ευτύχημα που τις έχουμε, γιατί είτε ολόκληρα έργα είτε μέρη τους θα μας ήταν σήμερα εντελώς άγνωστα.
Απαράδεκτο όμως είναι ότι αναφέρεσαι στην τριμέρια της ψυχής ως εισήγηση του Μάξιμου του Ομολογητού, ενώ είχε ήδη δοθεί από τον Πλάτωνα τον 4ο αιώνα π.χ.χ. μέσα στο διάλογο “Πολιτεία ή Περί Δικαιοσύνης”. Αναζήτησε τη σχετική θέση στο 4ο βιβλίο, στους στίχους 436a–441c.
Και όχι, οι επιστήμες και η μελέτη της ψυχής δεν εμφανίστηκαν «ως εκ θαύματος» με τον Διαφωτισμόˑ αυτό είναι … καρικατούρα της Ιστορίας. Ο Διαφωτισμός δεν επινόησε τη σκέψη. Συνέβαλε όμως στην αυτονόμηση της έρευνας από θεολογικές αυθεντίες, στην ενίσχυση της εμπειρικής μεθόδου και της δημόσιας κριτικής. Το να παρουσιάζεται λοιπόν κάθε προγενέστερη ψυχολογική (ή και φιλοσοφική) παρατήρηση ως διάψευση του Διαφωτισμού είναι σαν να λέμε ότι επειδή οι αρχαίοι λαοί παρατηρούσαν τα άστρα, δεν υπήρξε ποτέ η επιστημονική καινοτομία και επανάσταση!
Εν κατακλείδι, αυτό που σήμερα λέγεται Ελληνισμός είναι είτε μία στείρα προγονολατρεία (που φτάνει μέχρι τις … ουφολογικές θεωρίες), είτε μία ελληνόφωνη (και μόνο τέτοια) χριστιανοσύνη, το γνωστό μας και ως ρωμέικο. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ημιμάθεια και καμία διάθεση δημιουργίας. Σε κάθε περίπτωση όμως, «Ακρόπολη» και «Αγιά Σοφιά» περιέχουν έννοιες ασυμβίβαστες μεταξύ τους και η εμμονή στις παπαρρηγοπούλειες θεωρίες δεν κάνει τίποτα άλλο από το να διαωνίζει τα σφάλματά μας. Όχι λοιπόν, δεν αναπνέουμε με τον πνεύμονα της «Ακρόπολης»ˑ όχι, όσο η παιδεία μας περιλαμβάνει ομολογιακά θρησκευτικά, όχι όσο ψάχνουμε για αρχαία μεγαλεία σε αναγραμματισμούς και ουφολογήματα (!), όχι όσο ο Πλάτων, και οι συν αυτώ, γίνονται αντικείμενο αναθέματος και χλευασμού από τη «θρησκεία της αγάπης», για να πω τα πιο χαρακτηριστικά.
Αγαπητέ Δημήτριε Τ. Το γεγονός και μόνο ότι η επιχειρηματολογία σου βασίζεται στο πώς οι Βυζαντινοί πήραν γνώση από τους αρχαίους Έλληνες, την εμπλούτισαν, και την έφτασαν ως τις μέρες μας είναι απόδειξη παρά κατάρριψη των όσων γράφω. Θα μου επιτρέψεις να πω πως αυτά που γράφεις περισσότερο επιβεβαιώνουν παρά καταρρίπτουν την παπαρρηγοπούλειο συνέχεια των Ελλήνων, οι οποίοι εδώ ζούσαμε πάντα, δεν ήρθαμε από αλλού, και πάντα ξέραμε ποιοι είμαστε και από πού καταγόμαστε. Το κείμενό μου είναι μια τρυφερή επιστολή προς την αυτοκρατορία που, χάρη σε αυτό που ειρωνικά αποκαλείς “θρησκεία της αγάπης”, διέσωσε τον Ελληνισμό από την απόλυτη παρακμή στην οποία των είχαν οδηγήσει οι εξουθενωτικοί εμφύλιοι της αρχαίας εποχής και η κατάκτηση από τους αρχαίους Ρωμαίους, και μια πρόσκληση σε κάθε Έλληνα να απαγκιστρωθεί από την ιστορική και βιολογική ανωμαλία να θεωρεί τον εαυτό του παιδί των παππούδων του αλλά όχι των γονιών του.
Στέργιο,
Προφανώς δεν έγραψα ολόκληρο…δοκίμιο για να δικαιώσω τον Παπαρρηγόπουλο, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα.
Έγραψα για να σου υποδείξω όχι μόνο τα ορθά, αλλά, κυρίως, τα -σοβαρά ή λιγότερο σοβαρά- λάθη του κειμένου σου· λάθη που θα μπορούσες να αποφύγεις ως αρθρογράφος αν έλεγχες καλύτερα τις πληροφορίες σου ή τις πηγές σου. Επ’ αυτών περίμενα μία τοποθέτηση, αλλά εσύ το βλέπεις όλο αυτό απλά ως μία “ρομαντική επιστολή στην αυτοκρατορία”. Δεκτόν.
Διαφωνώ ότι ο Ελληνισμός ήταν σε παρακμή και διασώθηκε από τον Χριστιανισμό. Ο Ελληνισμός των ρωμαϊκών χρόνων εξακολουθούσε να παράγει ισχυρότατη πνευματική ζωή, μάλιστα ακριβώς πριν αλλά και κατά τους πρώτους αιώνες εξάπλωσης του Χριστιανισμού. Πάρε, για παράδειγμα, το κίνημα της Δεύτερης Σοφιστικής και πρόσωπα όπως ο Φιλόστρατος, ο Δίων Χρυσόστομος κ.α. που κινούνται στο περιβάλλον αυτό. Η πολιτική υποταγή στη Ρώμη δεν ισοδυναμούσε με πολιτισμική εξαφάνιση του Ελληνισμού.
Ακόμη περισσότερο, η ίδια η διατύπωσή σου δημιουργεί ένα πρόβλημα που μάλλον δεν έχεις αντιληφθεί: παρουσιάζεις τον εκχριστιανισμό της αυτοκρατορίας ως ιστορική -και αναπόφευκτα πολιτική- λύση σε μία κατάσταση παρακμής. Δηλαδή πλησιάζεις στην αντίληψη ότι η στροφή που εγκαινιάζει ο Κωνσταντίνος είχε όχι μόνο θρησκευτικό, αλλά και λειτουργικό πολιτικό χαρακτήρα για την αναδιοργάνωση της αυτοκρατορίας.
Θεωρώ ότι ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός δεν είναι δύο ονομασίες του ίδιου πολιτισμικού φαινομένου ούτε ο δεύτερος αποτελεί αυτονόητη συνέχεια του πρώτου. Πρόκειται για διαφορετικές, διακριτές κοσμοθεωρητικές παραδόσεις, με διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετική θεολογία και, σε πολλά κρίσιμα ζητήματα, διαφορετική αντίληψη για τον άνθρωπο, τον κόσμο και το θείο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ιστορική αλληλεπίδραση. Μοιραία θα έπρεπε να υπάρξει. Ο Χριστιανισμός αναπτύχθηκε μέσα στον ελληνόφωνο κόσμο, ως εκ τούτο χρησιμοποίησε την ελληνική γλώσσα και προσέλαβε μεγάλο μέρος της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης και ορολογίας. Άλλο όμως η πρόσληψη, η οικειοποίηση και ο μετασχηματισμός στοιχείων ενός προϋπάρχοντος πολιτισμού και άλλο η ταυτότητα ή η οργανική συνέχειά του.
Το γεγονός ότι οι Χριστιανοί λόγιοι του Βυζαντίου διάβασαν, αντέγραψαν, σχολίασαν ή αξιοποίησαν τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη δεν καθιστά τον χριστιανισμό συνέχεια του Ελληνισμού, όπως ακριβώς η πρόσληψη της ελληνικής φιλοσοφίας από άλλες θρησκευτικές παραδόσεις (για παράδειγμα οι μουσουλμάνοι Σούφι), δεν τις μετατρέπει αυτομάτως σε ελληνικές.
Καλή συνέχεια.
Ο σκοπός του άρθρου μου δεν είναι το εκ του πονηρού name dropping για να φανούμε διαβάσμένοι και να ψαρώσουμε τον αναγνώστη. Σε όσα γράφεις έχεις παρά πολλά λάθη τα οποία δεν έχει νόημα να διορθώσω ώστε να το κάνουμε εδώ διαγώνισμα ιστορίας. Αρκεί να διαβάσεις την Ελλάδος Περιήγηση του Παυσανία και θα δεις πως η προχριστιανική Ελλάδα του 2ου αιώνα μΧ είχε τα μαύρα της τα χάλια και ο λόγος για αυτό ήταν πρωτίστως η παρακμή του κοινωνικού, θεολογικού και φιλοσοφικού μοντέλου του παλαιού κόσμου λίγο πριν την επικράτηση του Χριστιανισμού. Επι εφτακόσια χρόνια μετά τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, οι στοές της Αθήνας δεν έβγαλαν σημαντικούς στοχαστές. Το λάλον ύδωρ στέρεψε πολύ πριν έρθει να μας δροσίσει η Ζωοδόχος Πηγή. Το Βυζάντιο πήρε έναν ερειπωμένο ελληνικό κόσμο και τον μετέτρεψε στο ισχυρότερο κράτους του Μεσαίωνα. Με τα γραφόμενα σου αμφισβητείς την ελληνικότητα του Βυζαντίου γιατί λες ότι τα ελληνικά χρησιμοποιήθηκαν στην νέα αυτοκρατορία επειδή ήταν η διεθνής γλώσσα της εποχής, όπως πχ τα αγγλικά στον σημερινό κόσμο. Παραβλέπεις όμως ότι οι άνθρωποι που ζούσαν στο Βυζάντιο δεν ήρθαν από κάπου αλλού. Πάντα εδώ ζούσαν. Πάντα ελληνικά μιλούσαν. Η μετεξελιξη του τρόπου σκέψης μας ήταν επαναστατική αλλά ήταν δική μας, ντόπια, εκ των έσω. Δεν είμαστε Αζτέκοι που εκχριστιανίστηκαν από τους Ισπανούς. Η ιστορική μας συνέχεια είναι μια πραγματικότητα, και μέσω του βιωματικού μου άρθρου αποσκοπώ να αποδείξω ακριβώς αυτό: το Βυζάντιο δεν είναι μια παύση 1.000 ετών στην ελληνική ιστορία αλλά η δόξα της.
Τα σχόλια είναι κλειστά.